ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΙΜΗ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ
Παρότι το κόστος της εργασίας δεν είναι ο κρισιμότερος παράγοντας στη διαμόρφωση της τιμής των προϊόντων και παρότι το νερό δεν είναι και δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται σαν προϊόν, έχει κατά τη γνώμη μας ιδιαίτερη αξία, στις μέρες που ζούμε, να εξετάσει κανείς την επίδραση της συμμετοχής του κόστους της εργασίας στην τιμολόγηση του νερού, που διανέμει η ΔΕΥΑΜΒ στους πολίτες.
Μια τέτοια προσέγγιση, δεν είναι ορθό, βέβαια, να αντιμετωπίζει την τιμή του νερού σαν στιγμιαίο φαινόμενο, αλλά στην εξέλιξή της, ώστε να είναι εφικτή η παραγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και να προκύπτουν τα πεδία ανάληψης πρωτοβουλιών, η υλοποίηση των οποίων θα έχει τις δυνατότητες να οδηγήσει σε ουσιαστική μείωση της τιμής του νερού. Επιπλέον, η κατανόηση της συμμετοχής του κόστους της εργασίας στην τιμολόγηση του νερού θα συνεισφέρει, με αποτελεσματικό τρόπο, στην άρση των τεχνητών διαχωριστικών γραμμών, που χρόνια τώρα γίνεται προσπάθεια να χαραχτούν από ανομολόγητα, για την ώρα, συμφέροντα, μεταξύ των εργαζομένων της ΔΕΥΑΜΒ και των πολιτών του Βόλου.
Συγκρίνοντας, το 1993 και το 2013 στην ΔΕΥΑΜΒ, προκύπτουν τα παρακάτω :
· το 1993, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούσαν 250 καταναλωτές
· το 2013, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούν 700 καταναλωτές
· το 1993, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούσαν 3 χλμ δικτύου ύδρευσης
· το 2013, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούν 9 χλμ δικτύου ύδρευσης
· το 1993, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούσαν 50 κυβικά λυμάτων προς πρωτο-
βάθμια επεξεργασία
· το 2013, σε κάθε εργαζόμενο αντιστοιχούν 250 κυβικά λυμάτων προς τριτο-βάθμια επεξεργασία.
Είναι προφανές ότι, η συμμετοχή του κόστους εργασίας στη διαμόρφωση της τιμής του νερού έχει υποτριπλασιαστεί, ή καλύτερα η αποδοτικότητα της εργασίας έχει αυξηθεί κατά 300%.
Αυτό το αναμφισβήτητο γεγονός, που οφείλεται, τόσο στη βελτίωση της ποιότητας της δουλειάς των εργαζομένων, μέσω της ανάπτυξης των δεξιοτήτων τους, όσο και στον εκσυγχρονισμό της οργάνωσης της εργασίας και των συνθηκών παραγωγής της (που πάλι είναι αποτέλεσμα των προτάσεων των εργαζομένων) μένει στην άκρη και δεν αναγνωρίζεται, ενώ προκύπτει αβίαστα ότι, οι εργαζόμενοι, το αποτέλεσμα της εργασίας τους και το κόστος της είναι ο μόνος παράγοντας διαχρονικά της συγκράτησης της τιμής του νερού.
Η έλλειψη κατανόησης αυτής της απλής και αυταπόδεικτης αλήθειας έχει τραγικές συνέπειες για τους εργαζόμενους της ΔΕΥΑΜΒ, οι οποίοι, όχι μόνο λοιδωρούνται, αλλά έχοντας τριπλασιάσει την παραγωγικότητά τους, είδαν τις αποδοχές τους να μειώνονται κατά 60%.
Δεν είναι οι εργαζόμενοι, λοιπόν και δεν είναι οι μισθοί τους, που φταίνε για το ακριβό νερό. Πρέπει να αναζητηθούν οι πραγματικές αιτίες, ώστε αποκαλυπτόμενες αυτές να προσδιορίσουν το μέτωπο των ενεργειών, για να φτάσει το νερό φτηνό στον πολίτη.
Κατά τη γνώμη μου, οι άξονες, που οφείλουν να διαπερνούν το σύνολο των δράσεων της ΔΕΥΑΜΒ, ώστε να δημιουργούνται συνθήκες μόνιμης ελάφρυνσης των πολιτών, είναι:
Α) Ο περιορισμός του ενεργειακού κόστους. Το ενεργειακό κόστος αποτελεί καταστροφικό παράγοντα για τη διαμόρφωση της τιμής του νερού στην πόλη μας.
Χαρακτηριστικό είναι ότι, ενώ με το έργο της αυτοματοποίησης του δικτύου ύδρευσης, περιορίστηκαν οι ανάγκες παραγωγής κατά 3.000.000 κυβικά κατ’ έτος, που αντιστοιχούν σε μείωση της κατανάλωσης ενέργειας κατά 3.000.000 κιλοβατώρες, οι δαπάνες ενέργειας αυξήθηκαν, ελέω του τιμολογίου της ΔΕΗ. Το κράτος και οι ως τώρα κυβερνήσεις έχουν την αντίληψη ότι, η ΔΕΥΑΜΒ (και οι ΔΕΥΑ γενικά) πρέπει να πληρώνουν ακριβό ρεύμα, αφού τελικά θα το πληρώσουν οι συνήθεις ύποπτοι, που πληρώνουν και τους φόρους. Μεταβάλει, δηλαδή το κράτος μέσω της τιμολογιακής πολιτικής της ΔΕΗ, τις ΔΕΥΑ σε ενδιάμεσο φοροεισπρακτικό μηχανισμό, την ίδια ώρα που επιβάλει στη ΔΕΗ να πουλά ηλεκτρική ενέργεια σε ιδιώτες σε τιμή κάτω από το κόστος παραγωγής της.
Επιπλέον παράγοντας, που αυξάνει την ενεργειακή δαπάνη, είναι η επιβίωση ιδιοκτησιακών αντιλήψεων για το νερό, οι οποίες μάλιστα επενδύονται με το μανδύα της προοδευτικότητας. Έτσι, στις Σταγιάτες, στα δύο τρίτα του οικισμού το νερό φθάνει με άντληση, ενώ υπάρχει έτοιμο, αλλά ανενεργό (λόγω των ιδιοκτησιακών αντιλήψεων) έργο υδροδότησης αυτού του τμήματος του οικισμού, από την πηγή Μάνα, με μηδενική δαπάνη ενέργειας. Οι ιδιοκτησιακές αντιλήψεις, για τις οποίες θα περίμενε κανείς ότι με τον Καλλικράτη θα αμβλύνονταν, ζωντανεύουν από την στρεβλωμένη και χωρίς πόρους υλοποίησή του. Αυτό εμποδίζει την κατάργηση της ενεργοβόρας παραγωγής νερού με γεωτρήσεις, επιβάλει για την αποκατάσταση της ποιότητας ενεργοβόρες λύσεις, όπως οι αφαλατώσεις και φορτώνει τον πολίτη με υψηλό κόστος για τη χρήση του φυσικού, δημόσιου και κοινωνικού αγαθού, του πόσιμου νερού.
Β) Η αντιμετώπιση των συνεπειών του Καλλικράτη. Ισοδύναμες συνέπειες με το κόστος ενέργειας στη διαμόρφωση της τιμής του νερού έχει, για τον πολίτη, η εφαρμογή του Καλλικράτη, όπως αυτή στρεβλωμένα υλοποιήθηκε. Η μη απόδοση αναγκαίων πόρων στην Τοπική Αυτοδιοίκηση, σε συνδυασμό με την μεταφορά στην ΔΕΥΑΜΒ, πέραν των υδραγωγείων των δήμων, που συνενώθηκαν με τον Βόλο και την Ν. Ιωνία, και της άρδευσης, οδήγησε σε παροχή υπηρεσιών χωρίς έσοδα. Το κόστος αυτό καλύπτεται από την τιμολόγηση του νερού. που παρέχεται στους πολίτες του Βόλου και της Ν. Ιωνίας. Η επίπτωση αυτή είναι αντιμετωπίσιμη, εφ ΄ όσον ο Καλλικράτης «φέρει» στο κεντρικό υδραγωγείο σημαντικές ποσότητες πηγαίων νερών.
Γ) Η απόδοση στη ΔΕΥΑΜΒ των πόρων, που δικαιούται, από το Κράτος. Στο σημείο αυτό, μπορεί κανένας να διαγνώσει την αντίληψη του κράτους και των κυβερνώντων για τα κοινωνικά αγαθά. Καθώς, ακριβώς στην εποχή, όπου η κοινωνία μαστίζεται από την ανεργία, τη μείωση των μισθών και την αύξηση της φορολογίας, το κράτος εισπράττει θεσμοθετημένο για τις ΔΕΥΑ φόρο, αλλά δεν τον αποδίδει, με αποτέλεσμα ο πολίτης να επιβαρύνεται δύο φορές. Επιπλέον, το κράτος δεν χορηγεί κονδύλια στις υπηρεσίες του, ώστε να πληρώνουν το νερό που καταναλώνουν στην ΔΕΥΑΜΒ.
Δ) Ο χαρακτήρας των επενδύσεων της επιχείρησης. Είναι πλέον αναγκαίο, η απόφαση για κάθε επένδυση της ΔΕΥΑΜΒ, με τη μορφή της κατασκευής έργου ή εκσυγχρονισμού της οργάνωσης, να καθοδηγείται από οικονομοτεχνικά κριτήρια απόδοσης της επένδυσης. Όσο κι αν φαντάζει εξωπραγματικό, η ασφαλής προστασία του περιβάλλοντος από κάθε άποψη, σε όλο το φάσμα του κύκλου του νερού, δημιουργεί σημαντική προστιθέμενη αξία στο σύνολο των δραστηριοτήτων της ΔΕΥΑΜΒ και της κοινωνίας και αυτό ακριβώς είναι το ασφαλές κριτήριο των όποιων επιλογών.
Οι παραπάνω παράγοντες ισοδυναμούν με 3 - 4 εκατομμύρια ευρώ ανά έτος και η παρουσία τους, στο ταμείο της ΔΕΥΑΜΒ, θα επέτρεπε την ασφαλή και ουσιαστική μείωση της τιμής του νερού.
Είναι προφανές, ότι συνεπής πολιτική μείωσης της τιμής του πόσιμου νερού δεν είναι εφικτή στο πλαίσιο της πολιτικής των μνημονίων και των αποικιοκρατικών δανειακών συμβάσεων. Είναι καθαρή υποκρισία οι κορώνες για μείωση της τιμής του νερού, με παράλληλη αποδοχή και στήριξη της σημερινής πραγματικότητας. Άλλωστε, η ενδυνάμωση και προστασία του κοινωφελούς χαρακτήρα της επιχείρησης είναι αδύνατο να συμβεί στο πλαίσιο μιας πολιτικής, που κατεδαφίζει κάθε κοινωνικό δικαίωμα και πρόνοια.
Υστερόγραφο : Κατά τη γνώμη μου και άσχετα με την τιμολογιακή πολιτική, η ΔΕΥΑΜΒ πρέπει να επανεξετάσει, τόσο το ζήτημα της χρέωσης του τέλους επανασύνδεσης σε περίπτωση διακοπής, όσο και το ζήτημα της εγγυοδοσίας. Για το πρώτο, που χρεώνεται ανεξάρτητα από το αν έχει γίνει ή όχι διακοπή, η απόφαση είναι εκτός της λογικής της επιβολής του. Καθώς, η χρέωση του τέλους επανασύνδεσης ανταποκρίνεται στη δαπάνη της εργασίας για τη διακοπή και στη συνέχεια την επανασύνδεση. Επομένως όταν η διακοπή δεν πραγματοποιείται, η χρέωση είναι αμφίβολης νομιμότητας. Για το δεύτερο, την εγγυοδοσία, η οποία έχει λογική βάση, ο τρόπος εφαρμογής της οδηγεί στην ανάληψη από τη ΔΕΥΑΜΒ του ρόλου του κριτή πιθανών, αστικού χαρακτήρα, διαφορών μεταξύ του ιδιοκτήτη και του ενοικιαστή. Σκόπιμο είναι, μεσούσης της οικονομικής κρίσης, να ανασταλεί η εφαρμογή του.
Δημήτρης Κουτσιφέλης